•Μαρτίου 27, 2007 •
21 σχόλια
Κάθομαι στο παράθυρο και βλέπω έξω, στο σούρουπο, να βρέχει θλίψη, αν και οι αντανακλάσεις των νερών φωτίζουν αισιόδοξα.
Γύρω μου φωνές πολλές, που μόλις και ακούω. Κλεισμένος σ’ ένα κατάδικό μου κόσμο. Η μουσική και το αλκοόλ για μία ακόμη φορά οι μοναδικοί μου συνοδοιπόροι. Αλλά, όχι, δεν μπορώ να πνίξω τη θλίψη μου στο αλκοόλ, κι ας πίνω κάθε μέρα όλο και πιο πολύ, όλο και πιο νωρίς.
Μοναδική λύση φαντάζει στα μάτια μου και πάλι η φυγή, κι ας υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα σταματήσω να φεύγω. Αλλά, κι αυτή ακόμα, η φυγή, δεν είναι πλέον λύση, η απόλυτη λύση, αφού τώρα πια παντού βαριέμαι, τίποτα δε με εκπλήσσει, τίποτα δεν περιμένω. Ή, ίσως, να είναι κάτι που περιμένω, να ‘ρθει ο μαύρος άγγελος εσπλαχνικά να με πάρει απ’ το χέρι, και να με μεταφέρει σ’ ένα κόσμο αλλιώτικο, όπου η αλήθεια είναι ο κανόνας, όπου δεν πρέπει να ‘σαι κάποιος άλλος εκτός από ο εαυτός σου για να σε δεχτούν οι άλλοι, όπου, διάολε, δε θα ‘χεις την ανάγκη να γίνεις αποδεκτός…
Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ…
Αναρτήθηκε στις Μεθυσμένα, Της Ζωής
•Φεβρουαρίου 28, 2007 •
1 σχόλιο
…Οι μέρες περνούσαν γρήγορα ή αργά, σαν όλα, σαν τίποτα. Λέγαμε λόγια του αέρα, στον αέρα. Φλερτάραμε με τα μάτια, καιγόμασταν με τις σιωπές. Ο ουρανός νωχελικά δάκρυζε, αλλά εμείς ακούγαμε ύμνο κι όχι θρήνο, το τραγούδι της λήθης. Καθόμασταν στο χαλί, μπροστά στο τζάκι και πίναμε Μπύρα της Αρκούδας, κι έπειτα σηκωνόμασταν και ξανακαθόμασταν και πίναμε ξανά την ίδια μπύρα. Οι φλόγες χόρευαν, τα μάτια έλαμπαν, η σιγή βασίλευε. Θυμόμασταν υποσυνείδητα, ζούσαμε υποσυνείδητα, το χρόνο που πέρασε, το χρόνο που περνούσε. Το βασίλειο της ακινησίας! Κι έπειτα, ζωή ξανά, πεταγόμασταν πάνω και χορεύαμε τραγούδια ανήκουστα, με θύμισες παγανιστικές, βγαίναμε έξω και ουρλιάζαμε στ’ αστέρια την απελπισία που δεν ήταν δική μας, μεθούσαμε από χαρά, χαρά που δεν ήταν εκεί. Ζούσαμε σα μέσα σ’ ένα όνειρο, ζούσαμε μέσα σε μια μέθη, ζούσαμε……Και μετά τα χρόνια πέρασαν, ξεχάσαμε τη λήθη μας και κινήσαμε για άλλους ουρανούς, όπου όλα ήταν «εντάξει», όλα «σωστά» και «καθώς πρέπει», όπου η ζωή ήταν παρωδία. Έτσι, αναπόφευκτα, κάποτε αρχίσαμε να μιλάμε γι’ αυτά, να θυμόμαστε αυτά, που ζήσαμε, το όμορφα περασμένα, τις γεύσεις που απολαύσαμε, τους ρυθμούς και τις μουσικές που ρουφήξαμε, τα όμορφα παλιά της νεκρής μας νιότης, τότε που ήμασταν νεκροί, στα μάτια των άλλων νεκροί. Θέλαμε να γυρίσουμε το ρολόι πίσω, αλλά ο χρόνος μας έχει στερήσει κάτι, τη δυνατότητα να ζούμε και να πεθαίνουμε κάθε μέρα……Από τότε θρηνούμε δίνοντας χρώματα στις αναμνήσεις. Από τότε ζητούμε σανίδες σωτηρίας. Από τότε, αναπολούμε το τότε…
Αναρτήθηκε στις Μεθυσμένα
•Φεβρουαρίου 9, 2007 •
7 σχόλια

Μ’ αρέσει να κοιτάω τον τοίχο. Τον νιώθω δικό μου, τον αγαπώ, είναι πάντα εκεί. Ο τοίχος είναι ο ιδανικός ακροατής μου, δε με απογοητεύει ποτέ. Του λέω το μακρύ μου και το κοντό μου, του αναπτύσσω τις φιλοσοφικές μου απόψεις, του εκφράζω τα παράπονά μου, κι αυτός ακούει καρτερικά. Παρατήρηση καμία. Μόνο που και που όταν πίνω τα κρασιά μου και του λέω λόγια μεθυσμένα μοιάζει λίγο να σκοτεινιάζει, αλλά ’νταξει, με το δίκιο του: πόσα ν’ αντέξει κι αυτός ο καημένος. Ο τοίχος μου είναι γεμάτος εικόνες και σιωπές, ο τοίχος μου ζει με μυρωδιές και χρώματα, ο τοίχος μου είναι το μόνο «μου» που έχω. Όλα τα άλλα είναι περαστικά και καταδικασμένανα χαθούν στη δίνη του χρόνου, όπως κι εγώ. Ο τοίχος μου είναι το ιδανικό, κι ας μην υπάρχει τέτοιο πράγμα… Ο τοίχος μου!
Αναρτήθηκε στις Μεθυσμένα