Τρία τραγούδια δρόμος

•8 Φεβρουαρίου, 2007 • 3 Σχόλια

walking-man.jpg

Αργά το απόγευμα και βγαίνω για μια βόλτα. Θα πάω στο μέρος όπου συνήθως την αράζω, έτσι για καμιά ωρούλα, το απόγευμα.Ο καιρός συννεφιασμένος, τα κέφια μου καλά, τα βήματά μου αργά, αφού από τον καιρό που επέστρεψα από την ανατολή ακολουθώ αλλιώτικους ρυθμούς.Ακούω μουσική «…για να μην ακούω μαλακίες.» Αυτό συνήθως λέω.Αν και οι πιθανότητες να συμβεί αυτό σήμερα είναι λιγοστές, καθώς περπατώ στα σοκάκια της παλιάς πόλης. Οι μόνοι ήχοι που φτάνουν στ’ αυτιά μου, εκείνοι από τα ξυλουργεία. Οι μόνες εικόνες: εργάτες, φαντάροι, παλιά κτήρια και… και… και…Παρατηρώ τα πάντα γύρω μου αργά, σα σε μία ταινία.Μου αρέσουν αυτά που βλέπω, μου αρέσει αυτή η αίσθηση του άλλοτε που αναδίδουν οι παλιές γειτονιές. Μου αρέσουν ακόμη και οι γηραιές πόρνες που κάθονται γύρω από μια σόμπα πετρελαίου με ανοικτές τις πόρτες και αναμφίβολα συζητάνε για τα «αχχχχχχχ, τα παλιά καλά χρόνια.»Τις βλέπω και αναρωτιέμαι για το τι είδαν τα μάτια τους, για το τι άκουσαν τ’ αυτιά τους, για το τι ηδονές χάρισαν με τα κορμιά τους!Είναι τα ζώντα ημερολόγια μιας εποχής που χάθηκε οριστικά. Τις προσπερνώ με τα ακουστικά στ’ αυτιά με το χαμόγελο στα χείλη, με τις δικές μου σκέψεις να παίρνουν άλλα μονοπάτια.Φτάνω στην παλιά εκκλησιά. Ένας παπάς κάθεται σ’ ένα παγκάκι στο προαύλιο και συζητά μ’ ένα νεαρό μετανάστη. Χαμογελά. Δίπλα του, αφημένη στο δάπεδο, μια νταμιτζάνα κρασί.Τα παιδιά των μεταναστών, λίγο πιο κει, παίζουν μπάλα.Με βήμα αργό φτάνω στην πλατεία και στο «καφενείο». Πίσω στον πραγματικό κόσμο.Τρία τραγούδια δρόμος.
 

Το Λευκό και το Μαύρο

•7 Φεβρουαρίου, 2007 • 4 Σχόλια

blog8.jpg

«Μου αρέσει το μαύρο πολύ,» μου είπε. «Αλλά όχι επειδή μιλά για την ψυχή μου ή στην ψυχή μου, ή κουραφέξαλα,» βιάστηκε να προσθέσει. «Απλά όταν φορώ μαύρα νιώθω ωραία, νιώθω πιο πολύ ο εαυτός μου…»

«Μην είσαι κι εσύ χήρα, όπως η Πολυδούρη;» τόλμησα να τη ρωτήσω. «Χήρα στο από μέσα σου!»

«Όχι, όχι, μαλακίες λες, αγαπώ τη ζωή.»

«Αλλά;»

Σιωπή. Αναρωτιέται κατά πόσο θέλει να μου μιλήσει ή όχι. Ή τουλάχιστον αυτό θέλει να πιστεύει το υπερφίαλο εγώ μου.

«Δε θα σου κάνω το χατίρι…» λέει μ’ ένα ειρωνικό μειδίαμα.

«Το χατίρι;»

«Να σου μιλήσω από καρδιάς. Πάλι θα με εκνευρίσεις και θα τσακωθούμε!»

«Σου υπόσχομαι ότι δε θα το έκανα ποτέ αυτό…»

«Θα το έκανες χωρίς καλά-καλά να το αντιλαμβάνεσαι, κι αυτό είναι τόσο εκνευριστικό…»

«Ω, πόσο καλά με ξέρεις!»

«Είσαι το λευκό κι είμαι το μαύρο…»

«…φως μες στο σκοτάδι μου!»

Αδιέξοδη Ζωή

•6 Φεβρουαρίου, 2007 • 4 Σχόλια

dead-end.jpg

Όλοι έβλεπαν την εικόνα της, αλλά κανένας την ουσία της. Άκουγαν το γέλιο της, μα δεν παρατηρούσαν τον πόνο του χαμόγελου. Χαίρονταν τη συντροφιά της, αλλά τρόμαζαν όταν την πλησίαζαν πολύ.«Κανείς δεν με καταλαβαίνει. Κανείς!» ήταν παράπονό της. «Και να πεθάνω τώρα δε με νοιάζει,» έλεγε που και που, κι οι άλλοι την κοιτούσαν ειρωνικά, σαν ένα βιτσιόζικο παιδί, που πάντα ζητούσε να του δίνουν σημασία.Πόσο λίγο την ήξεραν! Όχι, δε ζητούσε ούτε τη σημασία, ούτε τη συμπόνια, πόσο μάλλον τις νουθεσίες κανενός. Απλά ήθελε να την αφήσουν ήσυχη. Ήσυχη να είναι. Κι αν δεν την αντέχουν, κι αν τη φοβούνται, ε, μπορούνε όλοι να πάνε στο διάολο.Δε θέλει ν’ αγαπήσει, αλλά ούτε και ν’ αγαπηθεί. Απλά θέλει ν’ αφήσει το χρόνο να την προσπεράσει. Τις στιγμές της τις ζει μία μία. νιώθει βαθιά τον πόνο αυτών που χάνονται, και την ίδια ώρα τις ρουφάει με πάθος. Ρουφάει το χρόνο, να, σαν ένα τσιγάρο. ένα τσιγάρο που τη βοηθάει να ξεχάσει και να ξεχαστεί, που μόνο αυτό – λέει – τη βοηθά να είναι ο εαυτός της.«Δεν περιμένω τίποτα κι από κανένα. Δε ζητάω τίποτα. Έτσι, ας μη ζητάνε κι οι άλλοι από μένα.» Το λέει και το εννοεί. Το μόνο που ίσως μπορεί να προσφέρει είναι λίγες σταγόνες αγάπης και τις δίνει. Τις δίνει όταν η μοναξιά γίνετ’ αβάστακτη, όταν χρειάζεται ένα κορμί για να τη γεμίσει και να τη ζεστάνει, όταν θέλει να γευτεί λίγο παράδεισο, προτού βουλιάξει και πάλι στην προσωπική της κόλαση.«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο βαριέμαι,» μου παραπονιέται συχνά-πυκνά. Κι όμως μπορώ, αλλά δεν της το λέω, επειδή θα πάρει ανάποδες. Το δράμα της είναι μοναδικό, κανείς άλλος δεν μπορεί να το βιώσει. Να το βιώσει ίσως όχι, να το νιώσει όμως;Ο χρόνος περνά και σκορπίζεται σαν τον καπνό απ’ το τσιγάρο της. Οι κύκλοι γύρω από τα μάτια βαθαίνουν, η μοναξιά μεγαλώνει, τα όνειρα που κάποτε έκανε πνίγονται στις ουσίες.Δε θέλει τίποτα, απολύτως τίποτα, ή, μάλλον, σχεδόν τίποτα, αφού να, θέλει να πεθάνει. Να πεθάνει και να ξεχαστεί, από όλους.Την ακούω, δε λέω τίποτα, δε χαμογελώ, δεν την παρηγορώ. την κοιτώ μόνο βαθιά στα μάτια, όπου βλέπω αμυδρά να τρεμοπαίζει της ζωής η φλόγα. 

Στην Κ.

Σήμερα οι αναμνήσεις…

•5 Φεβρουαρίου, 2007 • 5 Σχόλια

Ανακάλυψα σήμερα και πάλι ένα παλαιότερο κείμενό μου στο δίκτυο και πήρα να θυμάμαι τα παλιά. Τα κείμενα που έγραψα, τα ξενύχτια που χάρηκα, τους έρωτες που δεν έσβησε ο χρόνος, τα βιβλία που με πολλή φροντίδα πήγα στο τυπογραφείο.Γλυκιά μελαγχολία και πικρή αναμονή, για εκείνα που έφυγαν για όσα θαρθούν. Αλλά κοιτώντας πίσω σκέφτομαι πως, όχι, δεν πήραμε το λάθος δρόμο, απλά ακολουθήσαμε τα μονοπάτια που μας άνοιγε η φαντασία κι η ψυχή. Παίξαμε, χάσαμε, προχωρήσαμε, και που και που όλο και κάτι κάνει την εμφάνισή του για να μας θυμίσει ποιοι ήμασταν, ποιοι είμαστε. Να, όπως σήμερα, εκείνη η λογοτεχνική μου απάτη, την οποία είδα να εκδίδεται σε περιοδικά και να σχολιάζεται σε φόρουμ τα τελευταία οκτώ χρόνια, χωρίς να φαίνεται να αντιλαμβάνεται κανείς ότι το κείμενο είναι γραμμένο πρόσφατα και όχι στη δεκαετία του ’30! Δεν είναι τρελό;Όπως και νάχει, όπως έλεγα και πριν λίγο στο φίλο Τεμπελίον, το κείμενο εκείνο πάντα θα με «κυνηγά» κι εγώ πάντα θα το απολαμβάνω, αφού είναι το μόνο που δεν έγραψα με το όνομά μου ή κάτω από την ταμπέλα του «Αδαή», πλην όμως είναι το πλέον δημοφιλές.Καθώς το σκοτάδι αρχίζει σιγά σιγά να πέφτει, χαρίζοντας άλλη διάσταση στη φωτεινή σελήνη, οι αναμνήσεις αποκτάνε μουσικές και χρώματα και αρχίζουν να στροβιλίζονται σ’ ένα μεθυσμένο χορό, ταξιδεύοντας με βαθιά στο μέσα μου κόσμο.

υ.γ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε την Παρασκευή, αλλά ο δόλιος ο μπλόγκερ από τότε αρνιέται να ανεβάσει οτιδήποτε. Κι έτσι, αφού δεν είναι καιρός για νεύρα, αποφάσισα να μετακομίσω εδώ. Για να δούμε τι θα δούμε

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε